Myelom-Gruppe Rhein-Main

Τελευταία τροποποίηση: 12 Ιανουαρίου 2013

Θεραπεία με Λεναλιδομίδη

Η Λεναλιδομίδη πήρε τον Ιούνιο του 2006 στις Ηνωμένες Πολιτείες και στις 14 Ιουνίου 2007 στην Ευρώπη άδεια κυκλοφορίας για την θεραπεία ασθενών με πολλαπλό μυέλωμα, μετά από μία προηγούμενη θεραπεία, σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη. Από τα τέλη του 2005, η Λεναλιδομίδη έχει επίσης την άδεια για την θεραπεία ασθενών με μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα της κατηγορίας «χαμηλού» ή «ενδιάμεσου -1» κινδύνου με ταυτόχρονη παρουσία απώλειας τμήματος του 5ου χρωμοσώματος, με ή χωρίς περαιτέρω κυτταρογενετικές ανωμαλίες, που χρειάζονται μεταγγίσεις αίματος.

Η Λεναλιδομίδη ανήκει στην ομάδα ουσιών που αποκαλούνται IMiDs®. Η συντομογραφία σημαίνει ανοσοτροποποιητικά φάρμακα, και εννοεί φαρμακευτικές ουσίες που είναι σε θέση να επηρεάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα. Τα IMiDs® είναι ουσίες που προέρχονται από την θαλιδομίδη,που μπορεί να έχουν λιγότερες παρενέργειες και ταυτόχρονα τις ίδιες ή καλύτερες θεραπευτικές ιδιότητες.

Ο μηχανισμός δράσης της Λεναλιδομίδης δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητός. Είναι εντούτοις γνωστό ότι η ουσία δρά σε διάφορα μέρη του σώματος. Οι ανοσοτροποποιητικές και αντιαγγειογενετικές ιδιότητες αυτού του μορίου επηρεάζουν την απελευθέρωση φλεγμονοδών ουσιών και αυξάνουν την παραγωγή αντιφλεγμονωδών ουσιών. Παρεμποδίζει τον σχηματισμό αιμοφόρων αγγείων πάνω σε όγκους. Κατά συνέπεια περιορίζεται η τροφοδοσία των καρκινικών κυττάρων με θρεπτικά συστατικά. Η Λεναλιδομίδη επηρεάζει επιπλέον άμεσα τα καρκινικά κύτταρα,παρεμποδίζοντας την αύξησή τους. Για το λόγο αυτό η Λεναλιδομίδη είναι σε θέση να διορθώνει μεταβολικές διαδικασίες που έχουν καταστεί εκτός ελέγχου σε διάφορα σημεία του σώματος.

Εντούτοις η θεραπεία με Λεναλιδομίδη έχει και παρενέργειες. Σε πολλές περιπτώσεις αλλάζει παροδικά η αιματολογική εικόνα κατά τη λήψη Λεναλιδομίδης. Ο αριθμός θρομβοπεταλίων (θρομβοκυτταροπενία) καθώς και ο αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (ουδετεροπενία) μπορεί να ελαττωθεί. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων αίματος μπορεί να οδηγήσουν σε διακοπή της θεραπείας ή σε ελάττωση της δόσης της Λεναλιδομίδης. Ορισμένοι ασθενείς χρειάζονται αυξητικούς παράγοντες και/ή μεταγγίσεις αίματος.

Μια άλλη παρενέργεια της Λεναλιδομίδης μπορεί να είναι και αυξημένος κίνδυνος δημιουργίας θρόμβων κατά την διάρκεια της θεραπείας (θρομβώσεις φλεβών και πνευμονικές εμβολές). Δεν υπάρχουν μελέτες που να αποδεικνύουν ότι η προφυλακτική θεραπεία με αντιθρομβωτικούς παράγοντες ελαττώνει την πιθανότητα θρομβώσεων. Εντούτοις ο γιατρός μπορεί να χορηγήσει μια θεραπεία για την πρόληψη φλεβικών θρομβώσεων ή πνευμονικών εμβολών, ανάλογα με το προσωπικό σας ιστορικό θρομβώσεων. Άλλες παρενέργειες που μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη λήψη Λεναλιδομίδης είναι διάρροια, αναφυλαξίες και κνησμός.